Ένας Master Chef από τους Γόννους! Παρά την επιτυχία θέλει να γυρίσει Λάρισα

Ένας Master Chef από τους Γόννους! Παρά την επιτυχία θέλει να γυρίσει Λάρισα

Ο Κωνσταντίνος Τσιάτσιος αγαπούσε από παιδί τη μαγειρική, όμως δεν τολμούσε να ασχοληθεί με αυτή επαγγελματικά. Μόλις πριν τέσσερα χρόνια, και αφού είχε ήδη μια στρωμένη, όπως λέει δουλειά, ως ηλεκτρολόγος αποφάσισε να κάνει στροφή 180 μοιρών, να φύγει από τη Λάρισα και το χωριό του τους Γόννους για την Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει σε σχολή μαγειρικής.

Στη διάρκεια των σπουδών του έκανε την πρακτική του σε ένα από τα καλύτερα ελληνικά εστιατόρια, το «Βαρούλκο», στο πλευρό του Λευτέρη Λαζάρου ξεκινώντας έτσι δειλά την πορεία του σε επαγγελματικές κουζίνες. Ώσπου το Master Chef του χτύπησε την πόρτα ή για την ακρίβεια του έστειλε μήνυμα, λέγοντάς του ότι περνάει στην πρώτη φάση του παιχνιδιού. Η σύντροφός του ήταν εκείνη που συμπλήρωσε την αίτηση συμμετοχής κρυφά από εκείνον. Και κάπως έτσι βρέθηκε να μαγειρεύει στις οθόνες μας λαχταριστά πιάτα και μάλιστα με τόσο μεγάλη επιτυχία που κατάφερε να φτάσει στον τελικό του διαγωνισμού, κατακτώντας τη δεύτερη θέση.
Στην «Ε» μιλά για την αγάπη του για τη μαγειρική, τα στοιχεία που κάνουν έναν μάγειρα καλό και δεν διστάζει να πει ότι παρά την αναγνωρισιμότητα και τις ευκαιρίες που του δίνει η Αθήνα με χαρά θα επέστρεφε για να δουλέψει στη Λάρισα.
«Πάντα ήθελα να γίνω μάγειρας. Μου άρεσε πολύ να βρίσκομαι στην κουζίνα» λέει με χαρά ο Κωνσταντίνος Τσιάτσιος ο εκ Γόννων ορμώμενος φιναλίστ του τηλεοπτικού διαγωνισμού μαγειρικής Master Chef. «Ήταν μια απόφαση την οποία πήρα αρκετά αργά, στα 26 μου και αρκετά πρόσφατα αν σκεφτεί κανείς ότι είμαι 30 ετών. Είχα μια στρωμένη δουλειά ως τότε, εργαζόμουν ως ηλεκτρολόγος. Φάνταζε δύσκολο να τα παρατήσω για να πάω να σπουδάσω, αλλά το πήρα απόφαση γιατί αυτό ήταν που πραγματικά αγαπούσα. Οι δικοί μου με στήριξαν απόλυτα. Στην αρχή, ίσως να ήταν κάπως διστακτικοί για το αν θα καταφέρω να ολοκληρώσω τις σπουδές, όμως όλες οι αμφιβολίες τους διαλύθηκαν από τις πρώτες κιόλας στιγμές γιατί είδαν πόσο άλλαξα. Μόλις μπήκα σε αυτόν τον χώρο και άρχισα να ασχολούμαι εντατικά με αυτό που μου άρεσε, όπως μου λέγανε, άλλαξε το πρόσωπό μου, έγινα άλλος άνθρωπος. Αποτυπωνόταν η χαρά αυτού που ένιωθα. Αυτό ήταν που έπρεπε να κάνω» λέει.
Η πρώτη του δουλειά, ως πρακτική, ήταν στο «Βαρούλκο» στο εστιατόριο του γνωστού σεφ Λευτέρη Λαζάρου. «Κάποιος γνωστός μου είπε ότι ζητάει άτομα, πήγα εκεί, μίλησα μαζί του, του είπα ότι τον θαυμάζω και ότι θα ήταν τιμή μου να δουλέψω μαζί του και ξεκίνησε η συνεργασία μας. Ήταν όνειρό μου να μπω σε μια τόσο μεγάλη κουζίνα και να δω πώς δουλεύει. Το είδα ως προσωπικό στοίχημα. Αν τα κατάφερνα εκεί θα καταλάβαινα ότι μπορώ να κάνω αυτή τη δουλειά. Η πίεση είναι μεγάλη και αν δεν μπορείς να αντεπεξέλθεις στις δύσκολες συνθήκες μιας επαγγελματικής κουζίνας, ίσως να μην κάνεις γι’ αυτό το επάγγελμα. Έπρεπε να το δοκιμάσω για να δω αν μπορώ να τα καταφέρω».
Όπως λέει ο νεαρός σεφ η σχολή αλλά και η δουλειά άνοιξαν μπροστά του ορίζοντες. Ως τότε μαγείρευε με αγάπη αλλά δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις για να μπορέσει να εξελιχθεί. «Μετά την πρακτική έμεινα στο «Βαρούλκο» ως βοηθός, όμως κάποια στιγμή σταμάτησα γιατί οι απαιτήσεις της σχολής ήταν πολύ μεγάλες και ήθελα να αφοσιωθώ σε αυτό. Όταν τελείωσε ο πρώτος χρόνος πήγα και δούλεψα για μία σεζόν στη Νάξο, έστησα ένα σνακ μπαρ εκεί, από την αρχή παρουσίασα ένα δικό μου μενού και πήγε πάρα πολύ καλά και αυτό με χαροποίησε και με γέμισε θάρρος για τη συνέχεια. Μετά από εκεί δούλεψα σε ένα συνεργατικό καφενείο στο Κουκάκι, έναν χώρο με εντελώς διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο δουλειάς, όπου δεν υπήρχαν αφεντικά, στη συνέχεια επέστρεψα στο «Βαρούλκο», αυτή τη φορά ως Α’ μάγειρας και η πιο πρόσφατη δουλειά μου ήταν σε ένα πολύ καλό εστιατόριο της Αθήνας, τον «Βασίλαινα», όπου ακολούθησα τον σεφ του Βαρούλκου».
Σε αυτή τη φάση της ζωής του και ενώ είχε ήδη εργαστεί σε κουζίνες που αρκετοί σεφ στην Ελλάδα θα ζήλευαν μπήκε στη ζωή του το Master Chef …χωρίς εκείνος να έχει ιδέα. «Ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό μου» εξηγεί «που έγραφε «έχετε επιλεγεί για τις οντισιόν του μάστερ σεφ ετοιμάστε ένα κρύο πιάτο και ελάτε τάδε μέρα, στο τάδε μέρος» και έπαθα σοκ. Την αίτηση για να πάρω μέρος την έκανε η σύντροφός μου, χωρίς να μου πει το παραμικρό. Ξεκίνα δειλά, είπα πάμε κι ό,τι γίνει. Στην αρχή δεν ήξερα τι ακριβώς συνέβαινε. Πήγαινα σε καθεμία από τις προκριματικές φάσεις του παιχνιδιού, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα και προχωρούσα. Έλεγα ό,τι και να γίνει δεν με πειράζει, ήταν μια ωραία εμπειρία. Όταν, όμως, μπήκα στους 20 συνειδητοποίησα το μέγεθος του παιχνιδιού και του ανταγωνισμού και είπα ότι πρέπει να βάλω τα δυνατά μου για να φτάσω όσο πιο μακριά γίνεται».
Αυτό που ο Κωνσταντίνος εννοούσε «μακριά» ήταν, όπως φάνηκε, ο τελικός του διαγωνισμού, όπου έχασε την ευκαιρία να αναδειχθεί ο νέος Έλληνας Master Chef μετά από μια σειρά δοκιμασιών κόντρα στον Λάμπρο Βακιάρο. «Όταν έφτασα στη φάση των 20 άρχισα να πιστεύω ότι μπορώ να φτάσω στην πεντάδα και αυτός ήταν και ο στόχος μου. Ειλικρινά, θα ήμουν πολύ ικανοποιημένος ακόμη και με αυτό το αποτέλεσμα. Υπήρχαν στον διαγωνισμό καλύτεροι μάγειρες ή για να το θέσω πιο σωστά πιο έμπειροι από εμένα. Ήξερα πού βάδιζα, ήξερα ποιος ήταν ο ανταγωνισμός. Ανάμεσα στα άτομα που φτάσαμε στην πεντάδα θεωρώ ότι εγώ, μαγειρικά, ήμουν σε χαμηλότερο επίπεδο από τους άλλους. Είχα τρία χρόνια καριέρα και άλλοι επτά και δέκα. Βέβαια δεν είναι μόνο τα χρόνια της εμπειρίας, αλλά και το είδος της. Για παράδειγμα, ο Λάμπρος ο οποίος εν τέλει κέρδισε τον διαγωνισμό έχει εργαστεί στο εξωτερικό, σε πολύ καλά εστιατόρια. Η εμπειρία που σου δίνουν αυτές οι δουλειές είναι πολύτιμη».
Πώς, λοιπόν, ένας λιγότερο έμπειρος μάγειρας, στο επίπεδο που και η τελευταία λεπτομέρεια είναι σημαντική καταφέρνει να νικήσει αντιπάλους, θεωρητικά, καλύτερους από εκείνον; «Από τη στιγμή που μπήκα στους πέντε σταμάτησα να έχω άγχος. Μαγείρευα δημιουργικά, χωρίς να ανησυχώ. Το απολάμβανα και πιστεύω ότι αυτό ήταν πολύ θετικό για μένα και την εξέλιξή μου» εξηγεί. Και η τύχη τι θέση έχει σε ένα παιχνίδι ικανοτήτων; «Νομίζω ότι η τύχη δεν έχει θέση σε αυτού του είδους τους διαγωνισμούς» θα πει. «Μέσα σε τρία λεπτά πρέπει να φτιάξεις μια συνταγή, την οποία έχεις περίπου 45 λεπτά για να υλοποιήσεις. Αυτό που μετράει λοιπόν είναι η τεχνική, οι ιδέες, οι εμπειρίες. Η τύχη ίσως να είναι με το μέρος σου όταν ξέρεις ένα υλικό, το έχεις μαγειρέψει αρκετά και μπορείς να το διαχειριστείς σωστά. Από την άλλη, μπορεί ένας πολύ καλός μάγειρας να μην τα καταφέρει στον διαγωνισμό. Αυτό δεν μειώνει την αξία του. Απλώς μπορεί να μην του ταιριάζουν οι συνθήκες που επικρατούν σε ένα τέτοιον περιβάλλον. Για μένα το διαγωνιστικό κομμάτι ήταν κάτι ευχάριστο, δεν με άγχωνε. Αντιθέτως, με προκαλούσε».
Μέσα από τη συμμετοχή του στο παιχνίδι ο νεαρός σεφ, όπως λέει, αντιλήφθηκε πολλά πράγματα για τις μαγειρικές του ικανότητες και το μέχρι πού μπορούν αυτές να φτάσουν. «Με έκανε να καταλάβω ότι η υπομονή είναι μεγάλη αρετή στη ζωή ενός ανθρώπου. Το πάθος και το πείσμα είναι αυτά που σου δίνουν την ώθηση να δημιουργήσεις και να συνεχίσεις να προσπαθείς, όμως χρειάζεται να έχεις υπομονή για να τα καταφέρεις. Και βέβαια, μέσα από αυτή την εμπειρία έμαθα ότι πρέπει να αρπάζεις κάθε ευκαιρία που εμφανίζεται μπροστά σου».
Όσο για τα πλάνα του για το μέλλον, αυτά είναι συνυφασμένα με τη σκληρή δουλειά, αφού αυτή είναι ο μόνος δρόμος για την επιτυχία. «Έχω κάποιες προτάσεις και τις εξετάζω. Σίγουρα θα κάνω μια συνεργασία με τον συμπαίκτη μου Παναγιώτη Δημητρίου, στην Κύπρο. Από εκεί και πέρα είμαι ανοιχτός, σε οτιδήποτε. Το ιδανικό θα ήταν δουλέψω σε ένα μαγαζί που θα μπορέσω να εκφραστώ πλήρως, να φτιάξω το μενού όπως το θέλω και να μετουσιώσω σε πιάτα τη φιλοσοφία μου γύρω από τη μαγειρική, ελπίζοντας ότι αυτό θα αρέσει στον κόσμο». Θα μπορούσε ακόμη και να δουλέψει υπό την καθοδήγηση ενός άλλου σεφ, αφού όπως λέει στην κουζίνα δεν υπάρχουν εγωισμοί. «Κάθε μέρα μαθαίνεις και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι από τους οποίους θα μπορούσα να πάρω πολύτιμες γνώσεις. Όμως θα προτιμούσα να φτιάξω μια κουζίνα όπως τη θέλω εγώ, να στήσω ένα εστιατόριο και ένα μενού όπως το έχω στο μυαλό μου. Και δεν θα είχα πρόβλημα αυτό να γίνει και στη Λάρισα. Θα με ενδιέφερε να δουλέψω εδώ και δεν το αποκλείω».
Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε με έναν σεφ χωρίς να τον ρωτήσουμε τι του αρέσει να μαγειρεύει, ποια είναι η αγαπημένη του κουζίνα. «Η ελληνική παραδοσιακή» λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Έχουμε λάβει κάποιες γνώσεις γύρω από το φαγητό από τις προηγούμενες γενιές και οφείλουμε να τις παραδώσουμε στις επόμενες, ίσως πιο εξελιγμένες. Μου αρέσει να πάρω ένα απλό καθημερινό πιάτο, να το «πειράξω» και να το παρουσιάσω εντελώς διαφορετικό, ενώ βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το πάντρεμα στοιχείων του βουνού και της θάλασσας. Αυτή είναι η κουζίνα που αγαπώ».
Πηγή: eleftheria.gr