Οι αστικοί μύθοι της Λάρισας που σε κάνουν να ...ανατριχιάζεις!

Οι αστικοί μύθοι της Λάρισας που σε κάνουν να ...ανατριχιάζεις!

Ιστορίες που εδώ και χρόνια κυκλοφορούν στη Λάρισα και μεταδίδονται από στόμα σε στόμα.
Σίγουρα θα έχετε ακούσει κάποιες από αυτές και θα σας ...σηκώθηκε η τρίχα από τον τρόμο. Και αν όχι, ευκαιρία να τις διαβάσετε εδώ για να ξέρετε τι ...τρέχει στην πόλη σας και τους θρύλους που κυκλοφορούν χρόνια τώρα...

Ήθελαν σωστή ταφή - Έλαβε χώρα στην περιοχή Ολυμπιάς (μαρτυρία του Κ. Μ.)
Θα θελα να μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία που μου συνέβη την περίοδο που υπηρετούσα την στρατιωτική μου θητεία. Ήταν Δεκέμβριος του 1992 και είχα πάρει απόσπαση απ την μονάδα μου για το ΚΕΟΑΧ (Κέντρο Εκπαίδευσης Ορεινού Αγώνα Χιονοδρόμων) που βρίσκεται στον Ολυμπο. 3 φορές την εβδομαδα,4 άτομα την φορά κάναμε περίπολο στην περιοχή φτάνοντας μέχρι το χωριό Ολυμπιάδα που βρίσκετε στις πρόποδες του Ολύμπου. Διανυκτερεύαμε έξω κάθε φορά και πάντα σε συγκεκριμένο σημείο ώστε να είναι εύκολος ο εντοπισμός μας σε περίπτωση που τύχαινε κάτι απρόοπτο μιας και το χιόνι ήταν πολύ και το κρύο επίσης. Απ τις πρώτες φορές που πήρα μέρος σε περίπολο παρατηρούσα το βράδυ μαζί και τα υπόλοιπα παιδιά που ήμασταν μαζί ένα αχνό, πράσινο φως να φωσφορίζει μέσα στην ερημιά, στην μέση του πουθενά. Φαινόταν αδύναμο αλλά ήταν καθαρό. Λίγο η νύχτα, λίγο η ερημιά, λίγο το χιόνι και οι συνθήκες εκεί μας φόβιζαν απ το να πάμε κοντά να δούμε τι ήταν. Το κουβεντιάζαμε και όταν γυρνούσαμε στην μονάδα και μας είπαν και άλλοι ότι το είχαν παρατηρήσει. Ένα βράδυ μερικές μέρες πριν τα Χριστούγεννα κι ενώ ήμασταν έξω, και μόλις είχαμε στήσει την σκηνή για να διανυκτερεύσουμε είδαμε πάλι το φως. Κάτσαμε γύρω απ την φωτιά και κουβεντιάζαμε για το τι μπορεί να είναι αυτό. Μερικές ώρες αργότερα και ενώ 2 απ' τους 4 που ήμασταν είχαν κοιμηθεί, και ένα άλλο παιδί που είχαμε μείνει και κουβεντιάζαμε ακούσαμε κάτι σαν κλάμα, κάτι σαν φωνή με παράπονο, κάτι σαν ανάμικτες φωνές γυναικείες και αντρικές μαζί. Η πρώτη κίνηση ήταν να πάρουμε τα όπλα μας και να ρίξουμε τους φακούς μας προς το μέρος που υποθέταμε ότι ερχόταν ο ήχος αυτός. Κανένας δεν ήταν εκεί. Ξυπνήσαμε και τους άλλους και αρχίσαμε όλοι μαζί να ψάχνουμε παρ όλο τον φόβο μας. Πιστεύαμε ότι ίσως κάποιος απ τους πολλούς εκδρομείς είχε κάποιο ατύχημα και καλούσε σε βοήθεια. Είχε πάει περίπου 4 το πρωί και αφού δεν βρήκαμε τίποτα γυρίσαμε πίσω στην σκηνή. Μετά από λίγο πάλι τα ίδια. Το φως, το κλάμα. Και ξαφνικά κάτι σαν σκιά, κάτι σαν μαύρος αέρας, κάτι που όσο το θυμάμαι ανατριχιάζω πέρασε ανάμεσα μας, κάνοντας την φλόγα της φωτιάς μας να σβήσει σχεδόν. Αν και χαρακτηρίζω τον εαυτό μου σαν άφοβο και ότι δεν φοβάμαι φαντάσματα και τέτοια και κοιτάζω να δώσω πάντα μια πιο λογική εξήγηση δεν ντρέπομαι να πω ότι ένιωσα το αίμα μου να παγώνει στις φλέβες μου. Αυτό που θυμάμαι ότι έκανα ήταν να κάνω τον σταυρό μου και να πω "Παναγία μου". Μαζευτήκαμε κολλητά ο ένας με τον άλλον, έτσι ώστε να έχουμε ορατότητα σε όλες τις μεριές και περιμέναμε πως και πως να ξημερώσει. Το φως και το κλάμα συνεχιζόταν μέχρι που άρχιζε να χαράζει. Γυρίσαμε πίσω και αποφασίσαμε να το πούμε μόνο σε έναν αξιωματικό φοβούμενοι ότι θα μας κορόιδευαν. Αυτός μας είπε να μην το πούμε σε άλλους γιατί θα τρόμαζαν και δεν θα ήθελε κανένας να ξαναβγεί περίπολο. Σε μερικές μέρες το ίδιο ακριβώς έτυχε σε μια άλλη ομάδα που είχε βγει έξω. Την επόμενη μέρα, κατεβήκαμε για ψώνια στο χωριό και πήγα και βρήκα τον παπά. Με έκαιγε αυτό το πράγμα και ήμουν σίγουρος για αυτό που είχα δει και είχα ακούσει. Ο παπάς, μου είπε ότι σίγουρα δεν ήταν κάτι που το φαντάστηκα και μάλιστα μου έδωσε και ένα σταυρουδάκι να έχω μαζί μου. Αυτό συνεχιζόταν για πολλά βράδια, μαθεύτηκε και στο χωριό ώσπου την μέρα των Φώτων σχεδόν όλο το χωριό, μαζί με πολλούς από εμάς κάτσαμε το βράδυ έξω. Και όλοι είδαν το φως και άκουσαν το κλάμα. Το πρωί ψάξαμε εκεί που περίπου βλέπαμε το φως. Υπήρχε ένας τεράστιος πλάτανος. Κάποιος είπε να σκάψουνε από κάτω. Άλλος έλεγε ότι είναι χαμένος κόπος να σκάβουνε μέσα στα χιόνια. Τελικά άρχισαν το σκάψιμο. Ένας απ όλους που έσκαβαν, ξαφνικά σταμάτησε και έβαλε τις φωνές. Είχε βρει ανθρώπινα οστά. Με πολύ σκάψιμο και αρκετές ώρες μετά βγήκαν στην επιφάνεια τα οστά 40 περίπου ανθρώπων και παιδιών. Ήρθε ιατροδικαστής, αστυνομία κτλ. Αφού τα οστά ετάφησαν στο κοιμητήριο του χωριού, μερικές μέρες μετά και ενώ είχαν γίνει εξετάσεις, μάθαμε ότι τα οστά ήταν τουλάχιστον 200 χρόνων. Στο χωριό είπαν ότι μάλλον ήταν θύματα των Τούρκων που είχαν σφαγιασθεί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο παπάς έλεγε ότι με το φως και το κλάμα τα πνεύματα των θυμάτων ήθελαν να μας καθοδηγήσουν ώστε να τα βρούμε και να ταφούν σύμφωνα με τον χριστιανικό τροπο. Μερικοί πιο ορθολογιστές και πιο σπουδαγμένοι έλεγαν ότι τα ανθρώπινα οστά περιέχουν φωσφόρο και γι αυτό βλέπαμε εκείνη την λάμψη. Όσο για το κλάμα που ακούγαμε δεν ήταν κλάμα έλεγαν αλλά ο ήχος που κάνει ο φωσφόρος όταν βγαίνει στην επιφάνεια και έρχεται σε επαφή με τον αέρα. Περιττό να σας πω ότι απ την μέρα της εκταφής και μετά δεν ξανάκουσε ούτε είδε κανένας μας τίποτα. Όσο και να ήθελα να πιστέψω την εκδοχή του φωσφόρου δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί εφόσον ήταν έτσι τα πράγματα τόσα και τόσα χρόνια κανένας δεν είχε δει και δεν είχε ακούσει τίποτα. Ελπίζω να μην σας κούρασα με το μεγάλο μου post. Ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας. Ήταν κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ειδικά την σκιά που πέρασε ανάμεσα μας.

Παράξενα φαινόμενα σε φυλάκιο
Θα ήθελα να μεταφέρω μια ιστορία που μου την έχει αφηγηθεί φίλος μου από τη στρατιωτική του θητεία πριν περίπου 6-7 χρόνια. Πριν από αυτό όμως, να σημειώσω πως ο ίδιος είναι επιστήμονας (και ένας από τους κορυφαίους στον τομέα του στην Ελλάδα) και όχι μόνο δεν πιστεύει, αλλά δε δέχεται καν την ύπαρξη παραφυσικών φαινομένων – απλά μου τα αφηγούνταν ψάχνοντας και ο ίδιος για λογικές εξηγήσεις. Ο ίδιος λοιπόν υπηρέτησε σε ένα φυλάκιο της Αεροπορίας έξω από τη Λάρισα. Το συγκεκριμένο φυλάκιο, για κάποιο λόγο που δυστυχώς δεν θυμάμαι, ήταν μεσοτοιχία με ένα οστεοφυλάκιο Γερμανών από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η είσοδος του οποίου ήταν μέρος του φυλακίου. Πιθανόν να ήταν χτισμένο εκεί που παλιότερα υπήρχε ο τάφος, αλλά δεν είμαι σίγουρος και δεν θέλω να το μεταφέρω λάθος. Κατά την παραμονή του εκεί, ο φίλος μου παρατήρησε διάφορα περίεργα φαινόμενα (θόρυβοι, ζώα που δεν έμπαιναν με τίποτα στο χώρο παρά το κρύο έξω κτλ.), πολλά από τα οποία ούτε καν απασχόλησαν την επιστημονική του σκέψη. Τρία όμως σημεία του είχαν μείνει: - Η τηλεόραση που σε στιγμές όχι μόνο άνοιγε μόνη της («διαφορά τάσης, πιθανά», ήταν το σχόλιο του), αλλά έκανε και ζάπινγκ αυτοβούλως, χωρίς να υπάρχει καν κάποιος κοντά στον τηλεχειρισμό. - Μια αέρινη, άυλη μορφή που συνάντησε μια μέρα στο διάδρομο που οδηγούσε στην είσοδο του οστεοφυλακίου. Προσπάθησε να το εξηγήσει ως «μια διάθλαση του φωτός από τους φεγγίτες πάνω στη σκόνη του χώρου», αλλά όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε εκείνη την ώρα έξω είχε συννεφιά και έβρεχε... - Το πιο σημαντικό: Ένα βράδυ ακούστηκαν θόρυβοι από την πόρτα του οστεοφυλακίου. Πρόκειται για μια βαριά μεταλλική πόρτα την οποία όταν έπρεπε να ανοίξουν λίγο καιρό πριν το συμβάν προκειμένου να καθαρίσουν το χώρο που είχε πλημμυρίσει από τις βροχοπτώσεις, παιδεύτηκαν αρκετά για να τα καταφέρουν. Οι θόρυβοι μάλιστα το βράδυ εκείνο ήταν τόσο έντονοι, που ο συνάδελφος του πήρε μαζί και το υπηρεσιακό του όπλο. Φτάνοντας λοιπόν στο διάδρομο που οδηγούσε στο οστεοφυλάκιο, είδαν την πόρτα ελαφρά ανοιγμένη – πράγμα λογικά αδύνατο, μια και κανείς δε θα μπορούσε να είχε περάσει στο χώρο και να την ανοίξει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Μόλις όμως έκαναν μερικά βήματα στο διάδρομο για να την πλησιάσουν, η βαριά μεταλλική πόρτα έκλεισε μπροστά στα μάτια τους με τόση δύναμη που σχεδόν σφήνωσε, και χρειάστηκε αρκετή προσπάθεια και από τους δύο για να την ανοίξουν. Φυσικά, δε βρήκαν κανένα μέσα – εν ζωή, τουλάχιστον – και οι σκέψεις του για «ρεύμα αέρος» όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ήταν η μόνη λογική εξήγηση μεν, αστεία δε, καθώς δεν υπήρχε παράθυρο, πόρτα ή κάτι τέτοιο μέσα στο οστεοφυλάκιο ώστε να δημιουργήσει ρεύμα, αλλά και αν υπήρχε θα ήταν πρακτικά αδύνατο να κουνήσει ο αέρας μια τέτοια πόρτα. Να θυμίσω πως αυτές οι ιστορίες προέρχονται όχι από κάποιο θιασώτη του παραφυσικού που ίσως υποσυνείδητα να τις διόγκωνε, ή από αφηγήσεις άλλων στρατιωτών για τον χώρο που αγγίζουν τα όρια του μύθου πολλές φορές, αλλά από έναν άνθρωπο που τα βίωσε και έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να τα εξηγήσει, γιατί απλά δεν ταίριαζαν με την επιστημονική του σκέψη και δε χώραγε κάτι παραφυσικό στο κεφάλι του.

Ο θησαυρός του Στρογγυλοβουνιού

Το Στρογγυλοβούνι είναι στοιχειωμένο και τη νύχτα βγαίνουν τα στοιχειά και γυρίζουν από τη κορφή ως τη ράχη, ως εκεί που φτάνουν τα παλιά χαλάσματα. Τη μέρα πάνε και κρύβονται σε ένα βράχο στη κορυφή, που έχει μια μεγάλη σπηλιά που λαμποκοπάει. Αυτή ανοίγει και κλείνει με μια σιδερένια πόρτα και έχει μέσα χρυσάφι, ασήμι και άλλων λογιών πράγματα. Τα στοιχειά είναι ένα αντρόγυνο που στοίχειωσε από το παλιό καιρό για να φυλάει το θησαυρό. Όποιος θέλει μπορεί να πάει άφοβα και να δει όλο το θησαυρό γιατί τα στοιχειά δεν τον πειράζουν φτάνει μόνο να μην αγγίξει τίποτα.

Τα στοιχειά της λίμνης

«Πάνε τώρα πολλά χρόνια, το 1876, ένας γέρος, Καζάκο τον έλεγαν (το βαφτιστικό του όνομα δεν το θυμάμαι), που μου είπε πως το 1873 πήγε ένα πρωί στη λίμνη ποτίσει τα ζώα του. Και τότε λέει πως είδε τη γυναίκα του στοιχειωμένου που καθόταν έξω από τη λίμνη και χτενιζόταν. Αυτή μόλις τον είδε μπήκε αμέσως μέσα στη λίμνη χωρίς να προφτάσει να πάρει τα πράγματά της. Πλησίασε λοιπόν ο γέρος και βρήκε το χτένι της, τον καθρέφτη της, και μια τούφα μαλλιά, όμορφα και χρυσά. Τα πήρε ο γέρος και γύρισε στο σπίτι του. Το βράδυ όμως πήγε ο στοιχειωμένος στο μαντρί που κοιμόταν αυτός με τα πρόβατα, του έδωσε ένα γερό χέρι ξύλο και του είπε «Να πας πίσω τα πράγματα και να τα αφήσεις εκεί που τα βρήκες». Και τα πήγε.»

Τεράστιο φίδι

Σύμφωνα με την «Εφημερίδα» της 13ης Μαίου 1891, στις αρχές εκείνου του μήνα ο υπενωματάρχης Βασίλης Θεοχάρης και ο δασοχωροφύλακας Κεραμιδάς πήγαν για κυνήγι στο δάσος της Ραψάνης στον Όλυμπο. Κοντά στο εκκλησάκι της Αγ. Τριάδας άκουσαν ξαφνικά έναν ήχο σαν σφύριγμα και πολύ κρότο «σαν να έσπαζαν ξερόκλαδα». Οι δύο άντρες ετοίμασαν τα όπλα τους περιμένοντας ν’ αντικρύσουν κανένα ελάφι ή ζαρκάδι ή και αγριογούρουνο, από τα οποία έβριθε το βουνό εκείνη τη μακρινή εποχή. Αυτό που είδαν όμως ξεπερνούσε κάθε προσδοκία τους. Γύρω στα εκατόν πενήντα βήματα μακριά αντίκρυσαν «ένα φίδι θεριακωμένο με κεφάλι που έμοιαζε με βοδιού και δύο μικρά κέρατα στη κορυφή». Οι δύο κυνηγοί έμειναν άναυδοι. Υπολόγισαν ότι το πλάσμα είχε μήκος πάνω από δυόμιση μέτρα και βάρος 500 οκάδες. Υψώνοντας τα τουφέκια τους του έριξαν και οι δύο αλλά δεν το πέτυχαν. Μετά απ’ αυτό έκαναν το μόνο που μπορούσε να κάνει ένας συνετός άνθρωπος στη συγκεκριμένη περίπτωση : το έβαλαν στα πόδια

Παράξενο πλάσμα

Το Μάρτιο του 1890 και συγκεκριμένα στη λίμνη του Νεζέρου, έκανε την εμφάνισή του ένα τέρας που οι αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν σαν μεγάλο βόδι, το οποίο έβγαζε τρομακτικές φωνές "σαν ανθρώπινες". Από το φόβο τους οι κάτοικοι της περιοχής δεν πλησίαζαν για πολύ καιρό τη λίμνη. Αν αυτό προσθέτει αξιοπιστία, προσθέτουμε ότι τις φωνές του πλάσματος άκουσαν και μερικοί υπαξιωματικοί από το λόχο των ευζώνων που στάθμευε εκεί. (τα σύνορα της Ελλάδας εκείνη τηνεποχή δεν ήταν και πολύ μακρύτερα). Σύμφωνα με τις αφηγήσεις ηλικιμένων, το "θηρίο" είχε εμφανιστεί στη λίμνη και γύρω στα 1820 ενώ λίγες μέρες αργότερα είχε εκδηλωθεί επιδημία που αποδεκάτισε τα γύρω χωριά.

Παράξενα φαινόμενα στο Πύθιο

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το φάντασμα ενός νεκρού Πυθιώτη ονόματι Θεοδόση, εμφανιζόταν στο χωριό πλην του Σαββάτου . Είχε τη συνήθεια να παίρνει αντικείμενα από τα σπίτια και να τα εξαφανίζει. Εκείνο όμως που έκανε τους χωρικούς να ανησυχήσουν ήταν το περιστατικό που συνέβη στο σπίτι μιας γυναίκας. Η γυναίκα γύρισε σπίτι της και άκουσε το κλάμα του μωρού της. Όταν προσπάθησε να ανοίξει κατάλαβε πως ήταν μέσα το φάντασμα και δεν της άνοιγε. Ύστερα από πολλά κατάφερε να μπει μέσα, και ανακάλυψε ότι το σπίτι ήταν άνω κάτω. Μετά από το συμβάν αυτό, έγινε εξορκισμός με ζεστό νερό στο μνήμα του Θεοδόση. Αναφέρεται ότι κατόπιν το φαινόμενο σταμάτησε.

Νεράιδα με... ονοματεπώνυμο!

Στον Κοκκινοπηλό Λάρισας, στους δυτικούς πρόποδες του Ολύμπου, η νεράιδα Μακού Κουστρέτσαινα «στοίχειωνε» της βρύσες του χωριού και πολλές φορές ντυμένη στα άσπρα γύριζε γύρω από τα σπίτια καβάλα σε ένα άλογο, ουρλιάζοντας.

Η νεραϊδοστοιχειωμένη γέφυρα του Πηνειού (μαρτυρία της Α. Φ.)
Θα ήθελα να ξεκινήσω λέγοντας σας πως πάντοτε πίστευα στην ύπαρξη των νεραϊδών.. μου αρέσει να περπατάω μόνη μου για να ακούω τους ήχους της φύσης!! είναι κάτι που με ηρεμεί και σας προτείνω αν δεν το κάνετε ήδη, να ξεκινήσετε!!!! Ήταν καλοκαίρι του 2007, είχα βγει για ποτό με τις φίλες μου, κάποια στιγμή κουραστήκαμε (όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι) και αποφασίσαμε να φύγουμε!!! Να σας πω την αλήθεια εκείνο το βράδυ ήταν ιδανικό για τη βόλτα που προανέφερα!!! έτσι, αποφάσισα να κάνω έναν περίπατο πριν επιστρέψω στο σπίτι μου!! Στην αρχή σκέφτηκα να κάνω έναν περίπατο στη μισό άδεια πόλη της Λάρισας, κάτι όμως με τράβηξε και έκανα αυτόν τον περίπατο στην καινούργια γέφυρα του Πηνειού… Καθώς προχωρούσα και ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένη στους ήχους, ολομόναχη πάνω στη γέφυρα, άκουσα μια γυναικεία φωνή να με φωνάζει με το όνομα μου!! φώναζε συνεχώς!! σα να ζητούσε βοήθεια!! στην αρχή γύρισα και κοίταξα μήπως είναι κάποιος γνωστός μου, όμως τίποτα.. Oι μοναδικοί που ήμασταν εκείνη τη στιγμή στη γέφυρα ήταν, τα φώτα της γέφυρας, το ποτάμι, τα δέντρα και εγώ.. δεν μπορώ να πω ότι φοβήθηκα, μπορώ όμως σίγουρα να πω ότι στεναχωρήθηκα!!! χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Η φωνή ήταν τόσο βαθιά, η χροιά της απλώς υπέροχη, μαγευτική, μια φωνή που ειλικρινά δεν έχω ξανακούσει.. Την επόμενη μέρα, συζητούσα με μία φίλη μου αυτό το συμβάν και στην παρέα μας ήταν και μία κυρία.. μόλις άκουσε την ιστορία μου χλόμιασε! και μου λέει.. “γλυκιά μου θα σου πω κάτι”.. θα έλεγα πως το πρόσωπο της είχε αλλάξει 100 χρώματα!! στην αρχή δίσταζε αλλά στην πορεία έκανε την αρχή… “Γλυκιά μου, ξέρεις.. υπάρχει ένας μύθος για τον Πηνειό της Λάρισας, εσύ είσαι μικρούλα και ίσως δεν τον έχεις ακούσει ποτέ.. λέγεται, ότι στον Πηνειό ζούσανε νεράιδες και μάλιστα ήτανε πολύ όμορφες και πολύ καλές.. φορούσε ένα μαντήλι η κάθε μία στο λαιμό της (δεν θυμάμαι εάν ήτανε γυμνές- αυτό δεν το θυμάμαι 100%-). Ακουγότανε πως αν κάποιος καταφέρει να πνίξει με το μαντήλι τη νεράιδα ή να της το κλέψει θα γίνει πάμπλουτος.. Τελικά υπήρξανε άνθρωποι οι οποίοι καταφέρανε να το κάνουνε.. Από τότε οι νεράιδες είναι εγκλωβισμένες σε αυτό το σημείο και ζητάνε βοήθεια από άλλες νεράιδες!! είσαι πολύ τυχερή το ξέρεις?” μας κέρασε τον καφέ και έφυγε σαν αερικό.. Ομολογώ ότι μόλις τελείωσε την ιστορία της είχα βουρκώσει!!! εκείνη την ώρα κατάλαβα γιατί δεν φοβήθηκα αλλά στεναχωρήθηκα!!! μπορώ να πω πως από εκείνη τη μέρα έγινα άλλος άνθρωπος!! είμαι θετική και κάθε φορά που περνάω από το συγκεκριμένο σημείο “χαιρετάω”!! Ελπίζω να τη βοηθάω με τα “λόγια μου” και το χαμόγελό μου!!!

Παράξενη ιστορία (Μαρτυρία Α .Ν.)

Το παρακάτω συμβάν συνέβη στη μητέρα μου το 1955, όταν η οικογένειά της ήταν εγκατεστημένη στη Λάρισα. Ο πατέρας της ήταν διευθυντής τραπέζης και το σπίτι που του είχαν παραχωρήσει ήταν ένα παμπάλαιο οίκημα, στο ισόγειο του οποίου ήταν η τράπεζα και στο δεύτερο όροφο το σπίτι όπου έμεναν. Η μητέρα μου τότε ήταν εθελόντρια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού και μόλις είχε γυρίσει από μία κουραστική βάρδια στις 12 το βράδυ. Οι γονείς της δεν ήταν εκεί και αποφάσισε να διαβάσει στο δωμάτιό της πριν κοιμηθεί. Κοιμόταν πάντα δίπλα της και ο σκύλος της, ο οποίος ήταν πάντα πολύ προστατευτικός μαζί της. Δεν ήταν πολλή ώρα που είχε ξαπλώσει και άκουσε κάποια βήματα να ανεβαίνουν σταθερά στις ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν από την τράπεζα στο σπίτι. Ο σκύλος της άρχισε αμέσως να γρυλίζει, όχι όμως για να την προστατέψει, αντιθέτως κούρνιασε στη γωνία και το γρύλισμά του ήταν, λέει, περισσότερο σαν κλάμα φόβου. Η μητέρα μου στην αρχή νόμισε ότι είχαν γυρίσει νωρίς οι γονείς της, χωρίς να δίνει σημασία στην αντίδραση του σκύλου της. Βγήκε αμέσως έξω να τους προϋπαντήσει, αλλά αμέσως τα βήματα σταμάτησαν. Ξαναμπήκε στο δωμάτιό της, όμως τα βήματα ξανακούστηκαν πιο καθαρά αυτή τη φορά. Αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και άρπαξε τη μασιά από την σόμπα και βγήκε έξω. Η μάνα μου ήταν πάντα πολύ άφοβη στο σκοτάδι. Έκανε μία κατόπτευση του σπιτιού με το σκυλί κολλημένο στα πόδια της, με το τρίχωμά του κάγκελο, να κλαίει, κατέβηκε ακόμα και στην τράπεζα και έκανε μία βόλτα, αλλά τίποτα δε συνηγορούσε στην ύπαρξη κάποιου προσώπου. Αποφάσισε ότι θα κλειδωθεί στην κάμαρά της και δεν θα ξαναβγεί. Μόλις κλείστηκε στο δωμάτιό της, τα βήματα ξανάρχισαν. Η μάνα μου αυτή τη φορά, μου λέει, αισθάνθηκε τρομοκρατημένη. Ο Ραπ, ο σκύλος της, όσο τα βήματα έρχονταν πιο κοντά, έκλαιγε πιο δυνατά ακόμα. Αυτό την τρομοκράτησε. Τα βήματα, ανέβηκαν μέχρι πάνω, έκαναν το γύρω της μεγάλης σάλας του παλιού σπιτιού και ύστερα ακούστηκαν να κατεβαίνουν προς τα κάτω ξανά και να χάνονται. Τότε ήταν που ο Ράπ σταμάτησε να γρυλίζει και ηρέμησε. Όταν γύρισαν οι γονείς της η μάνα μου βγήκε έξω σαν σίφουνας και τους είπε τι έγινε. Ο πατέρας της, της είπε ότι δεν μπορεί να ήταν ο νυχτοφύλακας, γιατί εκείνη την ημέρα ήταν άρρωστος και δεν είχε έρθει. Άλλωστε δεν έμπαινε μέσα στην τράπεζα. Υπήρχε κατάλυμα έξω από αυτήν για αυτόν. Ένα χρόνο μετά μετακόμισαν σε καινούργιο οίκημα, και σε νέο κατάστημα τραπέζης. Το σπίτι αυτό γκρεμίστηκε και στα θεμέλιά του βρέθηκε τούρκικος τάφος, με μία στολή μέσα, μπότες, ένα χαντζάρι και άλλα αντικείμενα που συνηγορούσαν στο ότι ήταν ένας στρατιώτης θαμμένος

Χωρίς πρόσωπο! (Ανώνυμη μαρτυρία)
Πριν από 15 περίπου χρόνια στον επαρχιακό δρόμο μεταξύ Λάρισας Τυρνάβου (πριν φτιάξουν τον καινούριο δρόμο) καθώς γυρνούσε η μητέρα μου από τον Τύρναβο για την Λάρισα είχε πιάσει ψιλόβροχο και από μακριά βλέπει μια γριούλα να σταματάει ένα αυτοκίνητο (Φολκς Βάγκεν ακόμα το θυμάμαι) αλλά αυτό να φεύγει σχεδόν αμέσως. Η μητέρα μου την λυπήθηκε και είπε να την πάρει αυτήν με το αμάξι αφού έβρεχε κιόλας. Σταματάει λοιπόν δεξιά κατεβάζει το παράθυρο και πάει να ανοίξει την πόρτα. Κοιτάει την γριούλα και παθαίνει σοκ. Η γριούλα δεν είχε πρόσωπο!!! Ένα κενό. Για πότε έφυγε και για πότε έφτασε σπίτι ούτε που το κατάλαβε. Έκανε ώρες μέχρι να συνέλθει αφού έτρεμε σαν ψάρι. Ο πατέρας μου φυσικά δεν πίστευε με τίποτα. Μετά από χρόνια μάθαμε ότι αυτό που συνέβη στην μάνα μου το είχαν δει και άλλα άτομα κατά καιρούς. Τώρα τι ήταν ακόμα να μάθουμε αφού πολλά λέγονται. Η μητέρα μου πάντως δεν έκατσε να μάθει.
Πηγή: mystery-urbanlegends.blogspot.gr