Σεπτεμβρίου 30, 2020

«Αν δει κανείς την Ιρλανδία, την Πορτογαλία... η Ισπανία είναι καλύτερα και ακόμη και στην Ελλάδα τα πράγματα βελτιώνονται».

Αυτό δήλωσε η Καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ και ανέφερε ότι κατά το παρελθόν δέχθηκε πολλές ύβρεις στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία, καθώς έπρεπε, όπως είπε, να κάνει «το σωστό» σε ό,τι αφορά την κρίση του ευρώ.

«Έχω δεχθεί τόσες ύβρεις στην Ελλάδα. Τόσες ύβρεις στην Πορτογαλία. Και λίγα χρόνια μετά, μόλις ήμουν στην Πορτογαλία. Υπήρχε μια εξαιρετική ατμόσφαιρα, πήγα βόλτα με τον πορτογάλο Πρωθυπουργό στο Πόρτο κατά μήκος του ποταμού», δήλωσε η κ. Μέρκελ κατά την διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε το βράδυ της Κυριακής σε εκπομπή του πρώτου καναλιού της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD και αναφέρθηκε σε γερμανικές επενδύσεις στη χώρα, οι οποίες γίνονται επειδή στην Γερμανία υπάρχει έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών. 

«Άρα πρέπει κάποιες φορές να περάσεις μια δύσκολη περίοδο προκειμένου μετά να γίνεις συμπαθής και πάλι. Πρέπει να κάνεις το σωστό. Και κατά την διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη, απέκτησα και πολλούς αντιπάλους. Αλλά πιστεύω ότι αν δει κανείς την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, η Ισπανία είναι καλύτερα και ακόμη και στην Ελλάδα τα πράγματα βελτιώνονται», επέμεινε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Λίγο μετά τη συνάντησή τους στη σύνοδο των G7 στο Λα Μαλμπέ του Καναδά η Άγγελα Μέρκελ συναντά και πάλι αύριο την Κριστίν Λαγκάρντ. Αυτή τη φορά όμως στο Βερολίνο μαζί με άλλους επικεφαλής οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας. Μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι η καγκελάριος και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ θα συζητήσουν το απόγευμα της Δευτέρας (17:00 τοπική ώρα) για μια ακόμα φορά την ανοιχτή οικονομική συμμετοχή του Ταμείου με 1,6 δισ. ευρώ στο τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι στη Γερμανία που εκτιμούν ότι το Ταμείο δεν θα συμμετάσχει τελικά στο ελληνικό πρόγραμμα που εκπνέει στις 20 Αυγούστου. Ο εκπρόσωπος των Γερμανών συντηρητικών σε ζητήματα προϋπολογισμού Έκχαρντ Ρέμπεργκερ δηλώνει στην εφημερίδα Rheinische Post ότι «το τίμημα για μια συμμετοχή είναι υπερβολικό, μιας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητά από την γερμανική βουλή να εγκρίνει ελαφρύνσεις ύψους περίπου 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε περίπτωση που γίνει δεκτός αυτός ο όρος, τότε εμείς από την πλευρά μας δεν θα επιμείνουμε στη συμμετοχή του ΔΝΤ και έτσι το τρίτο πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί χωρίς το Ταμείο», υπογραμμίζει στην εφημερίδα ο Ρέμπεργκερ.

Οι συνομιλίες για μια ενδεχόμενη χορήγηση ελαφρύνσεων γίνονται στη βάση των αποφάσεων του Eurogroup τον Μάιο του 2016, προσθέτει ο χριστιανοδημοκράτης Έκχαρντ Ρέμπεργκερ: «Σε αυτό το πλαίσιο διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις για βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ελαφρύνσεις. Οι ελαφρύνσεις ωστόσο πρέπει να περιορισμένες. Τα οικονομικά της Ελλάδας βρίσκονται σε καλή κατάσταση, με τα στοιχεία του προϋπολογισμού των τελευταίων δύο ετών να είναι καλύτερα απ΄ ότι αναμένονταν», υπογραμμίζει ο εκπρόσωπος σε ζητήματα προϋπολογισμού.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ συνεχίζονται πάντως με εντατικούς ρυθμούς ενόψει της τελικής απόφασης στο Eurogroup στις 21 Ιουνίου. Όλα πάντως συνηγορούν στο ότι το Ταμείο θα περιοριστεί τελικά σε έναν συμβουλευτικό ρόλο. Σύμφωνα με την εφημερίδα Rheinische Post γερμανικοί τραπεζικοί κύκλοι θεωρούν πλέον ζήτημα χρόνου την αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα.

Ανεδαφική αποδείχθηκε, τελικά, η αισιοδοξία που καλλιεργούσαν τις προηγούμενες ημέρες αξιωματούχοι της Κομισιόν για τη δυνατότητα εξεύρεσης λύσης ή έστω σύγκλισης απόψεων για το ελληνικό χρέος στη συνάντηση κορυφής στον Καναδά. 

Κατ' αυτόν τον τρόπο, επιβεβαίωσαν όλες τις περί του αντιθέτου πληροφορίες, όπως μετέδωσε το iefimerida. Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτήν τη στιγμή το στρατόπεδο των δανειστών είναι πολυδιασπασμένο και οι περισσότερες πιθανότητες είναι να καταλήξουμε κυριολεκτικά στο παρά 1’ σε μια λύση, που θα ικανοποιεί στο μέγιστο βαθμό τη γερμανική πλευρά.

Από τη μια μεριά η Κομισιόν επιθυμεί μια πολιτική κατά βάση λύση, που θα μπορεί να στηρίξει το αφήγημα του success story, για το οποίο εργάζονται εδώ και μήνες στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, όπως τονίζουν χαρακτηριστικά οι “κακές” γλώσσες, “η Κομισιόν δεν βάζει χρήμα”. Από την άλλη πλευρά, η ΕΚΤ και δημοσίως, πλέον, τάσσεται υπέρ μιας προληπτικής γραμμής, με αποκλειστικό γνώμονα την κάλυψη του τραπεζικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται ακόμα ως “ευάλωτο” κι έτσι θα ήταν φρόνιμο να υπάρξει μια “ομπρέλα” δύο ακόμα χρόνια, αν συνυπολογίσει κανείς και το “μαξιλάρι” ρευστότητας που δημιουργείται. 

Το ΔΝΤ, που ετοιμάζεται να κουνήσει μαντήλι ως ενεργό μέλος του Κουαρτέτου, παραμένοντας στο ελληνικό ζήτημα ως τεχνικός σύμβουλος με μάλλον “θολές” αρμοδιότητες, αν και έριξε νερό στο κρασί του ως προς τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις, δεν προτίθεται να ανάψει πράσινο σε οποιαδήποτε λύση για το χρέοςη οποία δεν θα περιλαμβάνει επιμηκύνσεις πληρωμών για τουλάχιστον 15 χρόνια κι έναν αυτόματο μηχανισμό ενεργοποίησης των μέτρων ελάφρυνσης, που δεν θα εξαρτάται από πολιτικές διαδικασίες και αποφάσεις.

Επιπλέον, το ιδανικό για το Ταμείο θα ήταν οι επιμηκύνσεις πληρωμών να αφορούν και στα διμερή δάνεια του πρώτου Μνημονίου και στα δάνεια του ESM του τρίτου Μνημονίου. Το Ταμείο επιμένει σε αυτήν τη γραμμή, γιατί πολύ απλά θεωρεί πως οποιαδήποτε άλλη λύση δεν θα αντιμετωπίσει ριζικά το πρόβλημα, με ορατό τον κίνδυνο να ξαναβυθιστεί η Ελλάδα σε κρίση Χρέους λίαν συντόμως. 

Ο ESM, αν και είναι ο βασικό χρηματοδότης της Ελλάδας, πόρρω απέχει από το να μπορεί να χαρακτηριστεί ως “αυτόνομος” Θεσμός, πόσο μάλλον ως διεκδικών το ρόλο του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, αναμένοντας απλώς τις αποφάσεις που θα λάβει το Eurogroup. 

Το ναυάγιο στον Καναδά- ένα ακόμα- επιβεβαιώνει όσους αναφέρουν ότι ο απόλυτος ρυθμιστής του παιχνιδιού και αυτήν τη φορά, είναι η Γερμανία. Η θέση του Βερολίνου είναι πολύ συγκεκριμένη:

• Δέχεται επιμηκύνσεις πληρωμών ως 3 χρόνια, με συμβιβασμό στα 5. Επ’ ουδενί αποδέχεται τη γραμμή ΔΝΤ για 15ετία, αφού ήταν άλλωστε η γερμανική γραμμή στο περσινό Eurogroup, που επέβαλε εκείνη τη φοβερή διατύπωση “0 ως 15 χρόνια”, προειδοποιώντας από τότε- όσους τουλάχιστον δεν έκρυβαν το κεφάλι τους στην άμμο- για τις γερμανικές διαθέσεις. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Βερολίνου είναι η Ελλάδα πετυχαίνει σημαντικά υπερπλεονάσματα, τα οποία αποσυμπιέζουν τις δανειακές ανάγκες της χώρας
• Αρνείται κατηγορηματικά τις επιμηκύνσεις δανείων, εκτός αυτών του EFSF, δηλαδή του δευτέρου Μνημονίου
• Απορρίπτει τον αυτοματοποιημένο μηχανισμό γαλλικής έμπνευσης, θεωρώντας ότι δημιουργείται ηθικός κίνδυνος για τους Γερμανούς φορολογούμενους

Αυτό το τελευταίο είναι στην πραγματικότητα η ρίζα του προβλήματος. Όπως επισημαίνουν στο iefimerida ευρωπαϊκές πηγές, το Βερολίνο δεν έχει την παραμικρή εμπιστοσύνη στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και θεωρεί ότι μετά από την ολοκλήρωση του Μνημονίου, αργά ή γρήγορα η Ελλάδα θα επιστρέψει στις κακές συνήθειες του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος“Οι Γερμανοί σας θέλουν δεμένους για πάντα” τονίζουν έστω καθ’ υπερβολήν οι εν λόγω πηγές, επιβεβαιώνοντας όλες τις πληροφορίες, που θέλουν το Βερολίνο να επεξεργάζεται ένα μεταμνημονιακό πλαίσιο επιτήρησης με ασφυκτικούς κανόνες, που θα “κουμπώνει” με την ενεργοποίηση των χλιαρών μέτρων ελάφρυνσης του Χρέους. 

Το πόσο πειστικό και αξιόπιστο θα κριθεί από τις αγορές ένα τέτοιο “πακέτο” θα φανεί λίαν συντόμως, με την πιο απαισιόδοξη εκτίμηση από άλλες πηγές να αναφέρει ότι το θέμα του Χρέους θα “σέρνεται” με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ως το 2022, οπότε τότε θα έχουμε νέες αποφάσεις. Για την ώρα, σύμφωνα με αρμόδιες ελληνικές πηγές, δεν θα πρέπει να αναμένεται νέα έκδοση ομολόγου πριν από το Σεπτέμβριο, καθώς η ιταλική κρίση ήρθε στη χειρότερη δυνατή στιγμή...

Πηγή: iefimerida.gr 

Σε μια αμφίβολης αποτελεσματικότητας αποστολή η Άνγκελα Μέρκελ έφθασε στην Ουάσιγκτον, όπου θα συναντηθεί το απόγευμα για μόλις δυόμιση ώρες με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η υποδοχή στη Γερμανίδα καγκελάριο δεν θα είναι τόσο εγκάρδια όσο αυτή που επεφύλαξε ο Αμερικανός πρόεδρος στον Εμμανουέλ Μακρόν με τις αβρότητες να περιορίζονται στο ελάχιστο. Χημεία τους δεν υπάρχει, είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι μέχρι τον περασμένο Μάρτιο είχαν πέντε μήνες να μιλήσουν στο τηλέφωνο.

Τα σημεία σύγκλισης είναι ελάχιστα είτε τα θέματα αφορούν στο ΝΑΤΟ -ο Ντόναλντ Τραμπ ζητά επιτακτικά από το Βερολίνο να αυξήσει τις αμυντικές του δαπάνες- είτε στο εμπόριο και τους αμερικανικούς δασμούς στον εισαγόμενο χάλυβα και αλουμίνιο- είτε στη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, από την οποία θέλει να αποχωρήσει ο Τραμπ, είτε στην κατάσταση στη Συρία ή στην κόντρα για τον αγωγό Nordstream 2 από τη Ρωσία.

«Οι Αμερικανοί μας θεωρούν αναξιόπιστους εταίρους σε κάποιους σημαντικούς τομείς», λέει ο Γιαν Τέχαου, διευθυντής του ευρωπαϊκού προγράμματος στο German Marshall Fund των ΗΠΑ, επικαλούμενος το θέμα του Ιράν, του εμπορίου και των αμυντικών δαπανών. «Είναι διαφορετικές οι προσεγγίσεις των δύο πλευρών σε θέματα πολιτικής και υπάρχει έλλειψη χημείας μεταξύ των δύο ηγετών σε προσωπικό επίπεδο».

Η Άνγκελα Μέρκελ δεν έχει, ωστόσο, άλλη επιλογή από το να προσπαθήσει να περιορίσει τις αβαρίες, έστω κι αν η αποστολή της είναι εξαιρετικά δύσκολη.

«Αγκάθια» οι δασμοί, το Ιράν, οι αμυντικές δαπάνες και ο αγωγός Νord Stream2

  • Το πρόβλημα για την καγκελάριο είναι ότι η Γερμανία χρειάζεται τις ΗΠΑ, ειδικά όσον αφορά στο εμπόριο. Οι γερμανικές εξαγωγές στις ΗΠΑ είναι μεγαλύτερες από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα – περύσι μόνον άγγιξαν τα 112 δισ. ευρώ. Τα αυτοκίνητα και τα μηχανήματα που πουλά η Γερμανία στις ΗΠΑ είναι από τους σημαντικότερους κινητήριους μοχλούς της οικονομίας της και κατ’ επέκταση της Ευρώπης. Αλλά κατά πόσον η Μέρκελ θα καταφέρει να αποτρέψει έναν εμπορικό πόλεμο ΕΕ-ΗΠΑ είναι εξαιρετικά αμφίβολο καθώς η Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Σύμφωνα με κύκλους της καγκελαρίας, η γερμανική κυβέρνηση εκτιμά ότι τελικά οι ΗΠΑ από την 1η Μαΐου θα επιβάλουν νέους τελεωνειακούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από την ΕΕ. Σε αυτή την περίπτωση δεν αποκλείεται να κλιμακωθεί η εμπορική διαμάχη ΕΕ-ΗΠΑ.
  • Αποτελέσματα δεν αναμένεται ούτε όσον αφορά στο θέμα του Ιράν. Η καγκελάριος κι οι Ευρωπαίοι θέλουν να μεταπείσουν τον Τραμπ να μην καταγγείλει τη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί εξαιρετικά «κακή», φοβούμενοι ότι θα οδηγήσει σε μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών. Αλλά ήδη χθες ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν εξέφρασε την άποψη πως ο Τραμπ πιθανότατα θα αποσύρει τη χώρα του από αυτή τη συμφωνία.
  • Σημείο τριβής είναι και το αμερικανικό αίτημα για αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών από 1,2% σήμερα, στο 2% επί του ΑΕΠ, που είναι και ο στόχος που έχει θέσει το ΝΑΤΟ. Η καγκελάριος θα παραπέμψει μεν στις αυξήσεις που προβλέπονται στον τρέχοντα προϋπολογισμό όπως και στην οικονομική βοήθεια που παρέχει η Γερμανία για την ανοικοδόμηση και τη σταθεροποίηση κρατών που πλήττονται από πολιτική αστάθεια. Αλλά μάλλον αυτά τα επιχειρήματα δεν πρόκειται να πείσουν τον Ντόναλντ Τραμπ.
  • Μεγάλο αγκάθι είναι και η έντονη αντίθεση της Ουάσιγκτον στην κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2 στη Βόρεια Θάλασσα για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τη Ρωσία στη Γερμανία, που όπως θεωρεί η αμερικανική κυβέρνηση θα υπονομεύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Τα περιθώρια της καγκελαρίου να ανταποκριθεί στο αμερικανικό αίτημα είναι περιορισμένα. Η άδεια για την υλοποίηση του σχεδίου έχει ήδη εκδοθεί, ενώ η λειτουργία του αγωγού θα είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας επειδή πρόκειται να συμβάλει στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας.

Η βασικότερη πρόκληση για τη Μέρκελ είναι ότι προσέρχεται στις συνομιλίες με τον Τραμπ από θέση αδυναμίας, αφού η ασφάλεια και η ευημερία της Ευρώπης εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ, σημειώνει το Politico: «Κι έτσι η καγκελάριος -όσο απρόθυμη κι αν είναι- δεν έχει πολλά περιθώρια από το να κάνει βήματα προσέγγισης προς τον Αμερικανό πρόεδρο, αν δεν θέλει να φύγει με άδεια χέρια»...

 

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ συζήτησαν τηλεφωνικά σήμερα την κατάσταση που διαμορφώνεται στο θέμα της Συρίας και εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για το «μπλοκάρισμα» στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μετά τη φερόμενη επίθεση με χημικά όπλα στην πόλη Ντούμα.

Οι δύο ηγέτες εξέφρασαν «την κοινή ανησυχία τους» μετά τις «απαράδεκτες επιθέσεις που σημειώθηκαν στις 7 Απριλίου στη Συρία» αναφέρεται στην ανακοίνωσε που εξέδωσε η γαλλική προεδρία.

Παράλληλα, «εξέφρασαν τη λύπη τους για το μπλοκάρισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, οι αποφάσεις του οποίου δεν γίνονται σεβαστές», συνεχίζει η ανακοίνωση «δείχνοντας» εμμέσως τη Ρωσία.

Δυτικές χώρες, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, απειλούν το καθεστώς της Δαμασκού με βαλλιστικά πλήγματα σε αντίποινα για την επίθεση με χημικά στην Ντούμα. Η συριακή κυβέρνηση πάντως διαψεύδει κατηγορηματικά ότι ευθύνεται για μια τέτοια επίθεση.

Την Τρίτη η Μόσχα άσκησε βάτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στο αμερικανικό σχέδιο ψηφίσματος που στόχευε στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου μηχανισμού που θα αναλάμβανε να ερευνήσει τις επιθέσεις με χημικά στη Συρία.

Πηγή: newsbeast.gr

 

Σελίδα 5 από 5

Δημοφιλή

Error: No articles to display

Επικοινωνία

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα ακόλουθα στοιχεία

  info@postlarissa.gr

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων